αντισεισμικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αντισεισμικός αντισεισμική αντισεισμικό
γενική αντισεισμικού αντισεισμικής αντισεισμικού
αιτιατική αντισεισμικό αντισεισμική αντισεισμικό
κλητική αντισεισμικέ αντισεισμική αντισεισμικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αντισεισμικοί αντισεισμικές αντισεισμικά
γενική αντισεισμικών αντισεισμικών αντισεισμικών
αιτιατική αντισεισμικούς αντισεισμικές αντισεισμικά
κλητική αντισεισμικοί αντισεισμικές αντισεισμικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντισεισμικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική antisismique < anti- + sismique < αρχαία ελληνική σεισμός < σείω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /an.di.si.zmi.'kos/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αντισεισμικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με τα μέτρα πρόληψης, προστασίας και αντιμετώπισης των σεισμών και των συνεπειών τους
  2. που είναι έτσι κατασκευασμένος, ώστε να αντέχει σε σεισμούς (μικρότερης ή μεγαλύτερης έντασης)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]