Μετάβαση στο περιεχόμενο

αντιστοιχώ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀντιστοιχῶ, αντιστοιχίζω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αντιστοιχώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀντιστοιχῶ, συνηρημένος τύπος του ἀντιστοιχέω (στέκομαι απέναντι), στην ελληνιστική σημασία: είμαι σε συσχετισμό (σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική correspond)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /an.di.stiˈxo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αντιστοιχώ
τονικό παρώνυμο: αντίστοιχο

αντιστοιχώ, -είς, πρτ.: αντιστοιχούσα, αόρ.: αντιστοίχησα, παθ.φωνή: αντιστοιχούμαι, π.αόρ.: αντιστοιχήθηκα, μτχ.π.π.: αντιστοιχημένος[1]

  1. βρίσκομαι σε αντιστοιχία, σε συμμετρική σχέση με κάτι άλλο
      Ορισμένοι λίθοι με κοιλότητες που βρέθηκαν στη Δυτική Οικία ερμηνεύονται ως εργαλεία για τη στήριξη του άξονα του τοξοτρύπανου. Οι ολιγάριθμοι όμως οπείς από οψιανό της Δυτικής Οικίας δεν αντιστοιχούν στα χαρακτηριστικά συμπαγή λίθινα τέρετρα που εξόπλιζαν τα τρυπάνια ταχείας περιστροφής (τοξοτρύπανα ή τρυπάνια με ιμάντα), με τα οποία προτείνεται ότι σχετίζονται αυτοί οι λίθοι. (Αντίκλεια Μουνδρέα-Αγραφιώτη, Ακρωτήρι Θήρας: δυτική οικία : τράπεζες, λίθινα, μετάλλινα, ποικίλα, 2007, σελ. 172)
  2. είμαι ανάλογος, ισοδύναμος ή παρόμοιος

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τις λέξεις αντίστοιχος, αντί και στοίχος

Παθητική φωνή: λείπει η κλίση

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)