αντισυμβαλλόμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αντισυμβαλλόμενος αντισυμβαλλόμενη αντισυμβαλλόμενο
γενική αντισυμβαλλόμενου αντισυμβαλλόμενης αντισυμβαλλόμενου
αιτιατική αντισυμβαλλόμενο αντισυμβαλλόμενη αντισυμβαλλόμενο
κλητική αντισυμβαλλόμενε αντισυμβαλλόμενη αντισυμβαλλόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αντισυμβαλλόμενοι αντισυμβαλλόμενες αντισυμβαλλόμενα
γενική αντισυμβαλλόμενων αντισυμβαλλόμενων αντισυμβαλλόμενων
αιτιατική αντισυμβαλλόμενους αντισυμβαλλόμενες αντισυμβαλλόμενα
κλητική αντισυμβαλλόμενοι αντισυμβαλλόμενες αντισυμβαλλόμενα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντισυμβαλλόμενος < αντι- + συμβαλλόμενος

Μετοχή[επεξεργασία]

αντισυμβαλλόμενος, -η, -ο

  • το ένα από τα δύο μέλη μιας σύμβασης
    Οι συγκεκριμένες συναλλαγές διεκπεραιώνονται απευθείας από το δίκτυο των καταστημάτων των τραπεζών με πίστωση του λογαριασμού του αντισυμβαλλομένου και υπολογίζονται εντός του εβδομαδιαίου ορίου που ορίζεται από την Επιτροπή Εγκρισης Τραπεζικών Συναλλαγών για κάθε τράπεζα. (*)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]