αντισυμβατικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αντισυμβατικός αντισυμβατική αντισυμβατικό
γενική αντισυμβατικού αντισυμβατικής αντισυμβατικού
αιτιατική αντισυμβατικό αντισυμβατική αντισυμβατικό
κλητική αντισυμβατικέ αντισυμβατική αντισυμβατικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αντισυμβατικοί αντισυμβατικές αντισυμβατικά
γενική αντισυμβατικών αντισυμβατικών αντισυμβατικών
αιτιατική αντισυμβατικούς αντισυμβατικές αντισυμβατικά
κλητική αντισυμβατικοί αντισυμβατικές αντισυμβατικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντισυμβατικός < αντί + συμβατικός

Επίθετο[επεξεργασία]

αντισυμβατικός

  1. ο μη συμβατικός, ο αντίθετος με τις κοινωνικές ή επιστημονικές συμβάσεις
    αντισυμβατικό ντύσιμο, αντισυμβατική θεωρία
  2. (νομικά) ο αντίθετος στην σύμβαση, την συμφωνημένη δικαιοπραξία
    ο εναγόμενος επέδειξε αντισυμβατική συμπεριφορά
  3. (καθομιλουμένη) θετική ή ουδέτερη σημασία: επαναστατικός ή αρνητική σημασία : περιθωριακός



Μεταφράσεις[επεξεργασία]