Μετάβαση στο περιεχόμενο

αντιφεγγίζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αντιφεγγίζω < αντι- + φεγγίζω

αντιφεγγίζω

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]