αντραβέ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντραβέ < γαλλική entraver (εμποδίζω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντραβέ

  1. γυναικεία μόδα στη περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1912 - 1913) με κύριο χαρακτηριστικό η πολύ μακριά φούστα η οποία λίγο πιο κάτω από τα γόνατα έφερε εξωτερικά ταινία σε μορφή ζώνης που την συνέσφιγγε ελαφρά και εμπόδιζε τα μεγάλα βήματα
    Δίπλα εις την αντραβέ φούσταν κομψής Ατθίδος, φουσκώνει από τον αέρα σαν πανί ψαροπούλας πελωρίων διαστάσεων τσίτινη φούστα Υδρέϊσας, συμβαδίζουν δε κλος σακάκι και φαρδύ Αγγλικόν πανταλόνι λέοντος των Αθηνών μαζί με την βράκαν Τηνιακού ψαρά και πατούν εις το αυτό έδαφος υπέρκομψα από λουστρίνι γοβάκια παραπλεύρως ευρυχώρου κουντούρας. «Πατρίς», 1912, Θωμάς Σιταράς (Αθηναιογράφος)
    ενώ οι οικοδεσπότες, οι γυναίκες και τα κορίτσια τους, µε φούστες «αντραβέ», που συναγωνίζονταν σε κομψότητα τις παριζιάνικες, και πρόσωπα που άστραφταν από χαρά, σερβίριζαν (Από την απελευθέρωση της Βέροιας σε αφήγηση του δημοσιογράφου Σπύρου Μελά)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]