αντρακλοσαλάτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αντρακλοσαλάτα οι αντρακλοσαλάτες
      γενική της αντρακλοσαλάτας
    αιτιατική την αντρακλοσαλάτα τις αντρακλοσαλάτες
     κλητική αντρακλοσαλάτα αντρακλοσαλάτες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντρακλοσαλάτα < αντράκλα + σαλάτα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντρακλοσαλάτα θηλυκό

  1. (γαστρονομία): σαλάτα από ωμά τρυφερά φύλλα από αντράκλα, συνηθέστερα με φέτες ντομάτες, καρότα, αγγουράκια και με κομμένο κρεμμύδι σε φέτες ανοικτές σε δακτυλίδια καθώς και πράσινες πιπεριές κομμένες σε μακρόστενες λωρίδες ανακατεμένα σε σάλτσα από λαδόξιδο και ρίγανη, προσθέτοντας αλάτι και λίγο πιπέρι.
    η αντρακλοσαλάτα γαρνίρεται με ελιές και κάπαρη και ανακατεύεται κατά το σερβίρισμα στο τραπέζι.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]