αντροκαλώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντροκαλώ < άντρας + καλώ.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αντροκαλώ

  • Προκαλώ κάποιον σε αγώνα, σε μονομαχία.
Αντροκαλώ, αντροκαλώ σε Χάροντα νύχτα χωρίς, νύχτα χωρίς φεγγάρι κατέβα να παλέψουμε αν είσαι παλικάρι. (Ηλίας Λυμπερόπουλος, Αντροκαλώ σε Χάροντα).


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]