αντροχωρίστρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αντροχωρίστρα αντροχωρίστρες
γενική αντροχωρίστρας αντροχωριστρών
αιτιατική αντροχωρίστρα αντροχωρίστρες
κλητική αντροχωρίστρα αντροχωρίστρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντροχωρίστρα < άντρας και χωρίζω ή χωρίστρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντροχωρίστρα θηλυκό

  • η γυναίκα που μπαίνει στη μέση ως τρίτο πρόσωπο και γίνεται αιτία να χωρίσει ένα ζευγάρι, που χωρίζει τον άνδρα από τη γυναίκα ή που χωρίζει στα δύο το ζευγάρι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]