αντσούγια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αντσούγια οι αντσούγιες
      γενική της αντσούγιας
    αιτιατική την αντσούγια τις αντσούγιες
     κλητική αντσούγια αντσούγιες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντσούγια < ιταλική acciuga < λιγουριανή anciôa < δημώδης λατινική *apiuva < λατινική aphye < αρχαία ελληνική ἀφύη (αντιδάνειο)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /an.ˈd͡zu.ʝa/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντσούγια θηλυκό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]