ανυμνώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ἀνυμνῶ

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανυμνώ < αρχαία ελληνική ἀνυμνέω / ἀνυμνῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ανυμνώ

  1. (λόγιο) υμνώ, δοξολογώ
  2. εγκωμιάζω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]