ανυπεράσπιστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανυπεράσπιστος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανυπεράσπιστος

  1. που δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του είτε λόγω ηλικίας ή αδυναμίας είτε λόγω έλλειψης μέσων

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]