ανυπόστατος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανυπόστατος ανυπόστατη ανυπόστατο
γενική ανυπόστατου ανυπόστατης ανυπόστατου
αιτιατική ανυπόστατο ανυπόστατη ανυπόστατο
κλητική ανυπόστατε ανυπόστατη ανυπόστατο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανυπόστατοι ανυπόστατες ανυπόστατα
γενική ανυπόστατων ανυπόστατων ανυπόστατων
αιτιατική ανυπόστατους ανυπόστατες ανυπόστατα
κλητική ανυπόστατοι ανυπόστατες ανυπόστατα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανυπόστατος < ελληνιστική κοινή ἀνυπόστατος < α στερητικό και ὑφίστημι ή από το ιωνικό ὑπίστημι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανυπόστατος

  1. που δεν έχει υπόσταση, είναι ανύπαρκτος, είναι ψευδής, είναι αναληθής
  2. που είναι αβάσιμος, αστήριχτος, δεν ευσταθεί, δεν μπορεί να τεκμηριωθεί (συνήθως για άψυχα και για έννοιες όπως η πληροφορία, το ψέμα, τα στοιχεία)
    Αυτά είναι ανυπόστατα ψεύδη

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]