ανυψώσεις

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

ανυψώσεις

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανυψώνω
  2. θα ανυψώσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ανυψώνω

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

ανυψώσεις θηλυκό

  1. ανύψωση, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού