ανόργανος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ανόργανος < (ελληνιστική κοινή)
Επίθετο
[επεξεργασία]ανόργανος, -η ,-ο
- ο μη οργανικός, που δεν περιέχει άνθρακα
- η ανόργανη ύλη
- ※ υπάρχει παγκόσμια τάση υποκατάστασης του PVC με πολυμερή που τα χαρακτηριστικά αντοχής στην καύση θα προσδίδουν ανόργανα fillers (π.χ. υδροξείδιο του μαγνησίου, υδροξείδιο αργιλίου, χουντίτης, υδρομαγνησίτης). (Οικονομικός Ταχυδρόμος, τεύχη 2087-2095, 1994, σελ. 67)
- που δεν έχει όργανα ή δεν προϋποθέτει τη χρήση τους
Συγγενικά
[επεξεργασία]