ανόσιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανόσιος < αρχαία ελληνική ἀνόσιος < α- + ὅσιος

Επίθετο[επεξεργασία]

ανόσιος

  1. που δεν τηρεί τους θείους νόμους
  2. ανίερος
  3. ασεβής
  4. αποτρόπαιος
  5. βδελυρός

Μεταφράσεις[επεξεργασία]