ανώτερη εκπαίδευση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ανώτερη εκπαίδευση | ||
| γενική | της | ανώτερης εκπαίδευσης | ||
| αιτιατική | την | ανώτερη εκπαίδευση | ||
| κλητική | ανώτερη εκπαίδευση | |||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aˈno.te.ɾi ekˈpe.ðef.si/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐νώ‐τε‐ρη εκ‐παί‐δευ‐ση
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]ανώτερη εκπαίδευση θηλυκό, μόνο στον ενικό
- (εκπαίδευση) επαγγελματική ή τεχνική εκπαίδευση μετά την δευτεροβάθμια, που προσφέρει εξειδίκευση χωρίς πανεπιστημιακό χαρακτήρα και συχνά οδηγεί σε τεχνικά επαγγέλματα
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ανώτερη εκπαίδευση
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- ανώτερος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- εκπαίδευση - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)