ανώτερος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἀνώτερος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανώτερος ανώτερη ανώτερο
γενική ανώτερου ανώτερης ανώτερου
αιτιατική ανώτερο ανώτερη ανώτερο
κλητική ανώτερε ανώτερη ανώτερο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανώτεροι ανώτερες ανώτερα
γενική ανώτερων ανώτερων ανώτερων
αιτιατική ανώτερους ανώτερες ανώτερα
κλητική ανώτεροι ανώτερες ανώτερα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανώτερος < αρχαία ελληνική ἀνώτερος < ἄνω (σε κάποιες περιπτώσεις (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική supérieur)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.'no.tε.ros/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανώτερος, ανώτερη (& (λόγιο) ανωτέρα), ανώτερο

  1. που βρίσκεται πιο πάνω
    1. τοπικά
    2. ποσοτικά
       συνώνυμα: μεγαλύτερος
    3. ποιοτικά
       συνώνυμα: καλύτερος
    4. αξιακά
    5. διοικητικά
    6. εξελικτικά, αναπτυξιακά
      ανώτερος οργανισμός
  2. που ενέχει μεγαλύτερο βαθμό πολυπλοκότητας, δυσκολίας κ.λπ., σε σχέση με κάποιον όμοιο σε κατώτερη βαθμίδα
    ανώτερη εκπαίδευση

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]