ανώφλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανώφλι ανώφλια
γενική ανωφλιού ανωφλιών
αιτιατική ανώφλι ανώφλια
κλητική ανώφλι ανώφλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ανώφλι < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ανώφλι ουδέτερο

  1. (αρχιτεκτονική) οριζόντιο δοκάρι, από ξύλο, πέτρα ή μέταλλο, που αποτελεί το πάνω μέρος ενός ανοίγματος τοίχου και συγκρατεί την τοιχοποιία

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]