αξεπέραστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αξεπέραστος αξεπέραστη αξεπέραστο
γενική αξεπέραστου αξεπέραστης αξεπέραστου
αιτιατική αξεπέραστο αξεπέραστη αξεπέραστο
κλητική αξεπέραστε αξεπέραστη αξεπέραστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αξεπέραστοι αξεπέραστες αξεπέραστα
γενική αξεπέραστων αξεπέραστων αξεπέραστων
αιτιατική αξεπέραστους αξεπέραστες αξεπέραστα
κλητική αξεπέραστοι αξεπέραστες αξεπέραστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αξεπέραστος < α- στερητικό + ξεπερνώ + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ksɛ.ˈpɛ.ɾa.stɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /a.ksɛ.ˈpɛ.ɾa.sti/ θηλυκό
ΔΦΑ : /a.ksɛ.ˈpɛ.ɾa.stɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αξεπέραστος, -η, -ο

  • που δεν μπορεί κανείς να τον ξεπεράσει, να πετύχει κάτι καλύτερό του
αξεπέραστη ομορφιά

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]