αξεπέραστων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

αξεπέραστων

  1. αξεπέραστος, στη γενική του πληθυντικού
  2. αξεπέραστη, στη γενική του πληθυντικού
  3. αξεπέραστο, στη γενική του πληθυντικού