αξεσκόλιστος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]αξεσκόλιστος, -η, -ο
- που δεν τον έχουν ξεσκολίσει
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- αξεσκόλιστα
- → δείτε τις λέξεις ξεσκολίζω, σχολείο και σχόλη
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αξεσκόλιστος