αξεσουάρ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αξεσουάρ < γαλλική accessoire

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αξεσουάρ ουδέτερο άκλιτο

  1. εξάρτημα αυτοκινήτου που δεν είναι απαραίτητο για τη σωστή λειτουργία του
  2. εξάρτημα ενδυμασίας που έχει περισσότερο διακοσμητικό παρά πρακτικό σκοπό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]