αξεφούρνιστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αξεφούρνιστος αξεφούρνιστη αξεφούρνιστο
γενική αξεφούρνιστου αξεφούρνιστης αξεφούρνιστου
αιτιατική αξεφούρνιστο αξεφούρνιστη αξεφούρνιστο
κλητική αξεφούρνιστε αξεφούρνιστη αξεφούρνιστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αξεφούρνιστοι αξεφούρνιστες αξεφούρνιστα
γενική αξεφούρνιστων αξεφούρνιστων αξεφούρνιστων
αιτιατική αξεφούρνιστους αξεφούρνιστες αξεφούρνιστα
κλητική αξεφούρνιστοι αξεφούρνιστες αξεφούρνιστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αξεφούρνιστος < α- + ξεφουρνίζω + -τος < φούρνος < ελληνιστική κοινή φοῦρνος < λατινική furnus < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gwher

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αξεφούρνιστος, -η, -ο

  1. (κυριολεκτικά) που δεν τον έχουν ξεφουρνίσει, δεν τον έχουν βγάλει από το φούρνο
  2. (μεταφορικά) που δεν έχει ειπωθεί ή αποκαλυφθεί ξαφνικά (και ενδεχομένως άκαιρα)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]