αξημέρωτος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]αξημέρωτος, -η, -ο
- που συμβαίνει ή εμφανίζεται πριν ξημερώσει
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αξημέρωτος
|
|