αξιοθέατος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀξιοθέατος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αξιοθέατος αξιοθέατη αξιοθέατο
γενική αξιοθέατου αξιοθέατης αξιοθέατου
αιτιατική αξιοθέατο αξιοθέατη αξιοθέατο
κλητική αξιοθέατε αξιοθέατη αξιοθέατο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αξιοθέατοι αξιοθέατες αξιοθέατα
γενική αξιοθέατων αξιοθέατων αξιοθέατων
αιτιατική αξιοθέατους αξιοθέατες αξιοθέατα
κλητική αξιοθέατοι αξιοθέατες αξιοθέατα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αξιοθέατος < αρχαία ελληνική ἀξιοθέατος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αξιοθέατος, -η, -ο

  1. που αξίζει κάποιος να τον επισκεφθεί ή να τον δει
  2. (ουσιαστικοποιημένο) αξιοθέατα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]