αξιολογήτρια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αξιολογήτρια αξιολογήτριες
γενική αξιολογήτριας αξιολογητριών
αιτιατική αξιολογήτρια αξιολογήτριες
κλητική αξιολογήτρια αξιολογήτριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αξιολογήτρια < αξιολογητής + κατάληξη θηλυκού -τρια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αξιολογήτρια θηλυκό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Για τις γλώσσες που δεν έχουν ιδιαίτερο τύπο για το αρσενικό, δείτε αξιολογητής.