αξιολογικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αξιολογικός αξιολογική αξιολογικό
γενική αξιολογικού αξιολογικής αξιολογικού
αιτιατική αξιολογικό αξιολογική αξιολογικό
κλητική αξιολογικέ αξιολογική αξιολογικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αξιολογικοί αξιολογικές αξιολογικά
γενική αξιολογικών αξιολογικών αξιολογικών
αιτιατική αξιολογικούς αξιολογικές αξιολογικά
κλητική αξιολογικοί αξιολογικές αξιολογικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αξιολογικός < αξιολογώ + -ικός (2.(σημασιολογικό δάνειο) γαλλική axiologique)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αξιολογικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με την αξιολόγηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. που έχει σχέση με την αξιολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]