αξιοπρέπεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αξιοπρέπεια οι αξιοπρέπειες
      γενική της αξιοπρέπειας των αξιοπρεπειών
    αιτιατική την αξιοπρέπεια τις αξιοπρέπειες
     κλητική αξιοπρέπεια αξιοπρέπειες
Ο πληθυντικός είναι δύσχρηστος
όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αξιοπρέπεια < αξιοπρεπής

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αξιοπρέπεια θηλυκό

  1. η ιδιότητα του αξιοπρεπούς, η συμφωνία με τους κανόνες σωστής συμπεριφοράς
  2. η αίσθηση που έχει ένας άνθρωπος όταν οι άλλοι τον σέβονται και όταν ο ίδιος νιώθει ότι έχει κάποια αξία
    τα βασανιστήρια προσβάλλουν βάναυσα την ανθρώπινη αξιοπρέπεια

Μεταφράσεις[επεξεργασία]