αξιοπρέπεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αξιοπρέπεια αξιοπρέπειες
γενική αξιοπρέπειας αξιοπρεπειών
αιτιατική αξιοπρέπεια αξιοπρέπειες
κλητική αξιοπρέπεια αξιοπρέπειες
Ο πληθυντικός είναι δύσχρηστος

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αξιοπρέπεια < αξιοπρεπής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αξιοπρέπεια θηλυκό

  1. η ιδιότητα του αξιοπρεπούς, η συμφωνία με τους κανόνες σωστής συμπεριφοράς
  2. η αίσθηση που έχει ένας άνθρωπος όταν οι άλλοι τον σέβονται και όταν ο ίδιος νιώθει ότι έχει κάποια αξία
    τα βασανιστήρια προσβάλλουν βάναυσα την ανθρώπινη αξιοπρέπεια

32πχ Μεταφράσεις[]