αξιόπλοος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αξιόπλοος αξιόπλοη αξιόπλοο
γενική αξιόπλοου αξιόπλοης αξιόπλοου
αιτιατική αξιόπλοο αξιόπλοη αξιόπλοο
κλητική αξιόπλοε αξιόπλοη αξιόπλοο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αξιόπλοοι αξιόπλοες αξιόπλοα
γενική αξιόπλοων αξιόπλοων αξιόπλοων
αιτιατική αξιόπλοους αξιόπλοες αξιόπλοα
κλητική αξιόπλοοι αξιόπλοες αξιόπλοα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αξιόπλοος < άξιος + -ο- + -πλοος (<πλέω) ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική seaworthy)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αξιόπλοος, -η, -ο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]