αοιδός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αοιδός αοιδοί
γενική αοιδού αοιδών
αιτιατική αοιδό αοιδούς
κλητική αοιδέ αοιδοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αοιδός < αρχαία ελληνική ἀοιδός < ἀείδω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂weyd-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.i.ˈðɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αοιδός αρσενικό και θηλυκό

  1. στην αρχαία Ελλάδα, αυτός που συνέθετε και έψαλλε ποιήματα με τη συνοδεία κιθάρας/φόρμιγγας
  2. ο τραγουδιστήςτραγουδίστρια της όπερας

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • αιδοίο ο αοιδός: (σκωπτικά) για φάλτσο τραγουδιστή

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]