Μετάβαση στο περιεχόμενο

αουτσάιντερ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αουτσάιντερ < αγγλική outsider

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αουτσάιντερ ουδέτερο άκλιτο

  • αυτός που στο ξεκίνημα ενός αγώνα έχει θεωρητικά λιγότερες πιθανότητες να νικήσει
      Ταφόπετρα όχι για το ίδιο το νησί (που τώρα μπορεί να βγάζει και πιο πολλά λεφτά…) αλλά για όλους αυτούς που την είχαν επιλέξει ως ένα μέρος που μπορείς να συνδυάσεις τα πάντα. Το χίπικο, το μποέμικο, το αλητήριο, το γκομενίστικο, το οικογενειακό, το κυριλέ, το ακριβό και το αουτσάιντερ. Πάντα μπορούσες να κάνεις όποια επιλογή γούσταρες. (Ο Πέτρος Κωστόπουλος γράφει: Αποχαιρέτα την τη Μύκονο που χάνεις, zinapost.gr, 30/08/2015 )

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]