απάστρευτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απάστρευτος απάστρευτη απάστρευτο
γενική απάστρευτου απάστρευτης απάστρευτου
αιτιατική απάστρευτο απάστρευτη απάστρευτο
κλητική απάστρευτε απάστρευτη απάστρευτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απάστρευτοι απάστρευτες απάστρευτα
γενική απάστρευτων απάστρευτων απάστρευτων
αιτιατική απάστρευτους απάστρευτες απάστρευτα
κλητική απάστρευτοι απάστρευτες απάστρευτα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απάστρευτος < α- + παστρεύω + -τος < μεσαιωνική ελληνική παστρεύω < παστρεύω < πάστρα < σπάστρα < σπαστρεύω < *σπαρτεύω < σπάρτον < αρχαία ελληνική σπάρτον < σπαρτός < σπείρω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *(s)pregh- (σπέρνω, τινάζω)

Επίθετο[επεξεργασία]

απάστρευτος, -η. -ο

  1. ακαθάριστος
  2. αξεφλούδιστος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]