απέριττος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απέριττος < ελληνιστική ἀπέριττος

Επίθετο[επεξεργασία]

απέριττος

  1. λιτός, χωρίς τίποτα περιττό
    η απέριττη ομορφιά του τοπίου

Μεταφράσεις[επεξεργασία]