απέχω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀπέχω

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απέχω < (λόγιο) < αρχαία ελληνική ἀπέχω < ἀπό + ἔχω. Πρόθημα απ-

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

απέχω (χωρίς συνοπτικούς χρόνους)

  1. βρίσκομαι σε συγκεκριμένη απόσταση από κάπου
    πόσο απέχει από εδώ η Αθήνα;
  2. (μεταφορικά) διαφέρω από κάτι
    η συμπεριφορά του απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί εποικοδομητική
    η κατάσταση απέχει παρασάγγας από το να χαρακτηριστεί ομαλή
  3. δε συμμετέχω σε μια δραστηριότητα
    οι μαθητές απέχουν από τα μαθήματά τους
    ο Χ τα τελευταία χρόνια απέχει από κάθε συγγραφική δραστηριότητα
    παρόλο που οι αποφάσεις του Συμβουλίου για την ΚΕΠΠΑ λαμβάνονται ομοφώνως, επιτρέπεται σε ένα μέλος να απόσχει και να μη συμμετέχει, εξασφαλίζοντας έτσι ότι η συμφωνία λαμβάνει σάρκα και οστά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. απέχω απείχα θα απέχω να απέχω απέχοντας
β' ενικ. απέχεις απείχες θα απέχεις να απέχεις (άπεχε)
γ' ενικ. απέχει απείχε θα απέχει να απέχει
α' πληθ. απέχουμε απείχαμε θα απέχουμε να απέχουμε
β' πληθ. απέχετε απείχατε θα απέχετε να απέχετε απέχετε
γ' πληθ. απέχουν(ε) απείχαν
απείχαν(ε)
θα απέχουν(ε) να απέχουν(ε)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]