απίκο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απίκο < ιταλική a picco

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ˈpi.kɔ/

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

απίκο

  1. (ναυτικός όρος) κατάσταση κατά την οποία η άγκυρα πλοίου φέρεται έξω από τη θέση της, κρεμασμένη, έτοιμη για πόντιση
    έχω την αριστερή άγκυρα απίκο
  2. κάθετα, κατακόρυφα
  3. (μεταφορικά) σε ετοιμότητα, σε επιφυλακή

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απίκο απίκα
γενική απίκου απίκων
αιτιατική απίκο απίκα
κλητική απίκο απίκα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απίκο ουδέτερο

  • τεχνική ψαρέματος καθώς και το σχετικό εργαλείο ψαρέματος
    Tο ψάρεμα με καλάμι «απίκο» είναι από τις κλασικότερες και συγχρόνως παλαιότερες τεχνικές ψαρέματος. Mια πετονιά με αγκίστρι δεμένη σε ένα καλάμι από τις παραδίπλα καλαμιές, ήταν το πρώτο αλιευτικό εργαλείο. Tο απίκο χωρίζεται σε δύο κατηγορίες... (*)