Μετάβαση στο περιεχόμενο

απαέρια

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα απαέρια
      γενική των απαερίων
    αιτιατική τα απαέρια
     κλητική απαέρια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
απαέρια < απ- + αέρια (μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Abgase[1])

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

απαέρια ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. απαέρια - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)