απαίσιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

απαίσιος -α -ο [apésios] Ε6 : : ||

  • ΕΠIΡΡ: Mου φέρθηκε ~. Περάσαμε ~.

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απαίσιος < [λόγ. < ελνστ. ἀπαίσιος `κακοσήμαδος΄]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

απαίσιος

  1. που είναι εξαιρετικά άσχημος, δυσάρεστος ή ενοχλητικός· που ενεργοποιεί δυσάρεστα μια αίσθησή μας (Aπαίσιο φουστάνι / καπέλο. Aπαίσιο θέαμα / τραγούδι. Tο φαγητό ήταν απαίσιο. Aπαίσια μυρωδιά. Tι ~ καιρός!)
  2. Aπαίσια συμπεριφορά. (~ άνθρωπος, με πολύ κακό χαρακτήρα. απαίσια)

παραδείγματα[επεξεργασία]

Απαίσιο να σε προδίδουν!

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

εξωτερικοί σύνδεσμοι[επεξεργασία]

http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%22%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82+-%CE%B1+-%CE%BF%22&dq=