απαγορευτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ἀπαγορευτικός, υπαγορευτικός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απαγορευτικός απαγορευτική απαγορευτικό
γενική απαγορευτικού απαγορευτικής απαγορευτικού
αιτιατική απαγορευτικό απαγορευτική απαγορευτικό
κλητική απαγορευτικέ απαγορευτική απαγορευτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απαγορευτικοί απαγορευτικές απαγορευτικά
γενική απαγορευτικών απαγορευτικών απαγορευτικών
αιτιατική απαγορευτικούς απαγορευτικές απαγορευτικά
κλητική απαγορευτικοί απαγορευτικές απαγορευτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απαγορευτικός < ελληνιστική κοινή ἀπαγορευτικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

απαγορευτικός, -ή, -ό

  1. που απαγορεύει
  2. που μας δυσκολεύει να αποκτήσουμε κάτι ή να το αγοράσουμε
    απαγορευτικές τιμές

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]