απαγωγή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απαγωγή απαγωγές
γενική απαγωγής απαγωγών
αιτιατική απαγωγή απαγωγές
κλητική απαγωγή απαγωγές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απαγωγή < αρχαία ελληνική ἀπαγωγή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απαγωγή θηλυκό

  1. η απομάκρυνση, η οδήγηση έξω από το χώρο
    η απαγωγή της επιπλέον θερμότητας στους πυρηνικούς αντιδραστήρες γίνεται με τη χρήση τρεχούμενου νερού
    χρειάζεται ειδική χοάνη για την απαγωγή των καυσαερίων
  2. (ειδικότερα), (κοινά), (νομικός όρος) η αρπαγή και αιχμαλωσία ενός προσώπου προκειμένου, συνήθως, να ζητηθούν λύτρα ή κάποιο άλλο αντάλλαγμα
  3. (γυμναστική) η απομάκρυνση των άκρων από τον κορμό
    αντώνυμα: προσαγωγή
  4. (φιλοσοφία) μέθοδος συλλογισμού σύμφωνα με την οποία ξεκινάμε από τα γενικά και καταλήγουμε σε συμπεράσματα για τα μερικά

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]