απαγωγός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απαγωγός απαγωγός απαγωγό
γενική απαγωγού απαγωγού απαγωγού
αιτιατική απαγωγό απαγωγό απαγωγό
κλητική απαγωγέ απαγωγέ απαγωγό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απαγωγοί απαγωγοί απαγωγά
γενική απαγωγών απαγωγών απαγωγών
αιτιατική απαγωγούς απαγωγούς απαγωγά
κλητική απαγωγοί απαγωγοί απαγωγά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απαγωγός < αρχαία ελληνική ἀπαγωγός < ἀπάγω < ἀπό + ἄγω

Επίθετο[επεξεργασία]

απαγωγός -ός -ό

  1. που απάγει, απομακρύνει κάτι
  2. διάταξη για την απομάκρυνση επικίνδυνων ή μη αερίων ή καπνού από μια θέση εργασίας, κν. απορροφητήρας
  3. (ανατομία) κάθε μυς που κινεί ένα μέλος μακριά του σώματος

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]