απαζάρευτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απαζάρευτος απαζάρευτη απαζάρευτο
γενική απαζάρευτου απαζάρευτης απαζάρευτου
αιτιατική απαζάρευτο απαζάρευτη απαζάρευτο
κλητική απαζάρευτε απαζάρευτη απαζάρευτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απαζάρευτοι απαζάρευτες απαζάρευτα
γενική απαζάρευτων απαζάρευτων απαζάρευτων
αιτιατική απαζάρευτους απαζάρευτες απαζάρευτα
κλητική απαζάρευτοι απαζάρευτες απαζάρευτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απαζάρευτος < α- + παζαρεύω + -τος < παζάρι < μεσαιωνική ελληνική παζάρι(ο)ν < τουρκική pazar < περσική بازار (bâzâr) < παλαιοπερσικά wʾčʾl (wāzār, αγορά)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

απαζάρευτος, -η, -ο

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]