απαισιοδοξώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- απαισιοδοξώ < απαισιόδοξος
Ρήμα
[επεξεργασία]απαισιοδοξώ
- αντιμετωπίζω μια κατάσταση ή ένα γεγονός με απαισιοδοξία, περιμένω άσχημες εξελίξεις
- ※ Όσο η νύχτα με πλακώνει τόσο απαισιοδοξώ (Βασίλης Βασιλικός, Οι ωραίοι ωρεοί, το κυνήγι του θησαυρού, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, σελ. 277)
- ※ Λίγο λίγο άρχισε να απαισιοδοξεί, να χάνει την ελπίδα ότι μια μέρα η κρίση θα εκτονωνόταν (Τηλέμαχος Κώτσιας, Τεκμήριο αθωότητας, 2007, σελ. 180)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] απαισιοδοξώ
|
|