απαλλαχτικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- απαλλαχτικός < απαλλακτικός
Επίθετο
[επεξεργασία]απαλλαχτικός
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] απαλλαχτικός
|