απαλογέρνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απαλογέρνω < απαλός + -ο- + γέρνω

Ρήμα[επεξεργασία]

απαλογέρνω

Μεταφράσεις[επεξεργασία]