απαμινώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Χρειάζεται παραπομπή σε λεξικό, εγχειρίδιο ή κείμενο.


Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απαμινώνω < απ- + αμίν(η) + -ώνω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ρήμα[επεξεργασία]

απαμινώνω

  1. (χημεία): επιχειρώ απαμίνωση, αφαιρώντας μία αμινική ομάδα από μόριο αμινοένωσης, είτε με οξείδωση, είτε με υδρόλυση
  2. αποικοδομώ αμινοξύ

Μεταφράσεις[επεξεργασία]