Μετάβαση στο περιεχόμενο

απαρέμφατο

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: απαρέμφατος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το απαρέμφατο τα απαρέμφατα
      γενική του απαρεμφάτου
& απαρέμφατου
των απαρεμφάτων
    αιτιατική το απαρέμφατο τα απαρέμφατα
     κλητική απαρέμφατο απαρέμφατα
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Wikipedia logo
Wikipedia logo
Η Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
απαρέμφατο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπαρέμφατον[1] < αρχαία ελληνική ἀπαρέμφατος (αφανέρωτος) < ἀ- στερητικό + παρεμφαίνω.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.paˈɾeɱ.fa.to/
τυπογραφικός συλλαβισμός: απαρέμφατο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

απαρέμφατο ουδέτερο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • απαρέμφατο - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)