απαρέμφατο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- απαρέμφατο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπαρέμφατον[1] < αρχαία ελληνική ἀπαρέμφατος (αφανέρωτος) < ἀ- στερητικό + παρεμφαίνω.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.paˈɾeɱ.fa.to/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐πα‐ρέμ‐φα‐το
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]απαρέμφατο ουδέτερο
- (γραμματική) ρηματικός τύπος που δε φανερώνει το υποκείμενο ή τον αριθμό, αλλά μόνον τον ρηματικό χρόνο και την ρηματική έγκλιση
Το «δηλοῦν» είναι αρχαίο απαρέμφατο ενεστώτα της ενεργητικής φωνής του ρήματος δηλόω-δηλῶ.
Το «δηλώσει» είναι το απαρέμφατο της ενεργητικής φωνής του νεοελληνικού ρήματος δηλώνω.
Το «δηλωθεί» είναι το απαρέμφατο της παθητικής φωνής του ρήματος δηλώνω.
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία] αρχαίο απαρέμφατο στα νέα ελληνικά
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] απαρέμφατο
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ απαρέμφατο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- απαρέμφατο - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γραμματική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
