απαραβίαστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απαραβίαστος < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

απαραβίαστος

  1. που δεν έχει παραβιαστεί
  2. που δεν μπορεί να παραβιαστεί
    ένα χρηματοκιβώτιο πρακτικά απαραβίαστο
  3. που δεν πρέπει να παραβιαστεί
    τα ιερά και απαραβίαστα δικαιώματα του ανθρώπου

Μεταφράσεις[επεξεργασία]