απαρτίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απαρτίζω < από + άρτιος + ρηματ. κατάληξη

Ρήμα[επεξεργασία]

απαρτίζω, παθητική φωνή -ομαι

  1. καθιστώ κάτι άρτιο/ολοκληρωμένο, συμπληρώνω, ολοκληρώνω ή τελειοποιώ κάτι
  2. (κατʼ επέκταση) είμαι ένα από τα ολόκληρα και ξεχωριστά στοιχεία που συνιστούν το σύνολο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]