απασχολημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απασχολημένος απασχολημένη απασχολημένο
γενική απασχολημένου απασχολημένης απασχολημένου
αιτιατική απασχολημένο απασχολημένη απασχολημένο
κλητική απασχολημένε απασχολημένη απασχολημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απασχολημένοι απασχολημένες απασχολημένα
γενική απασχολημένων απασχολημένων απασχολημένων
αιτιατική απασχολημένους απασχολημένες απασχολημένα
κλητική απασχολημένοι απασχολημένες απασχολημένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απασχολημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος απασχολώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

απασχολημένος -η -ο και απησχολημένος

δείτε τη λέξη: απασχολώ

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]